Пятница, 26.05.2017, 00:57
Авторский сайт Олега Комкова
Главная Мой профильРегистрация ВыходВход






ПОЭТИЧЕСКИЕ ПЕРЕВОДЫ


СТИХОТВОРЕНИЯ


ИЗБРАННОЕ (PDF, ExeBook)


КНИГИ



 Из Ангелоса Сикелианоса (1884 - 1951). Дедал

Дедал


Сама судьба назначила Икару
взлететь и пасть… Когда легко на плечи
он принял бремя грозных крыл свободы,
великого отца изобретенье,
одна лишь юность обрекла нещадно
на гибель тело – хоть и не сумел
он таинство постигнуть равновесья!

И сердцем неокрепшие мужчины
застыли в страхе, содрогнулись жёны,
когда узрели над морскою бездной
младое тело, что, подобно чайке,
сквозь ветер взмыло к небу и внезапно
исчезло из виду.
                          И показалось
им необъятное пространство моря
одною бесконечною слезою,
огромным сгустком плача, что лелеял,
как эхо, имя юноши и черпал
в том имени свой смысл, и глас, и душу…

Но если муж, который с ранних лет
твердил, что небо и земля едины,
что мысль его – средина мирозданья;
что смешана земля со звёздным сводом,
как с почвою подпочва, и пшеницу
рождать способно небо;
                                    если тот,
кто увидал давно печать могилы
на душах и деяньях человечьих
и – как однажды статуи, которым
он даровал свободу рук и ног,
чтоб следовать могли путями света, –
сердца людей освободить решился;
кто вымостил массивными стволами
божественный корабль и весь наполнил
его не златом, не слоновой костью,
не янтарём – но избранною ратью
Героев, уготовав им дорогу
в бессмертье;
                     если тот, кто заточил
себя в темницу собственною волей –
так гусеница ткёт могильный кокон,
чтоб, в нём сокрывшись, обрести по смерти
иное естество, – и, погребённый
в глубинах Лабиринта, видел сон,
как будто проросли крылами плечи,
и, час за часом сон одолевая,
проник в него и подчинил рассудку;

а после вдруг узрел, как окружила
его толпа – и грозное Искусство,
что Богу предназначил он, ославить
хотела праздного ума забавой
пустою;
                       если, утомлённый грузом
усилий бесконечных, облачившись
в те крылья, как в доспехи, он взлетел
и ввысь поднялся, рассекая ветры
спокойными движеньями, подобно
жнецу, что взмахами серпа срезает
густые волны вызревших колосьев,
высóко над толпой, над зыбью моря,
что поглотило сына, за пределы
рыданья, ибо жаждал искупить
своей душой навеки душу мира;

– пусть сердцем неокрепшие мужчины,
пусть немощные жёны, что умеют
лишь тихо плакать, обряжая мёртвых,
иль причитать на поминальной тризне,
промолвят:
                   “Се отец жестоковыйный!
уже клонилась жизнь его к закату,
но страшного пути он не оставил,
бесплодную спасти надеясь душу!”

И пусть другие молвят:
                                  “Покидает
он дольний мир и все людские тропы,
взыскуя невозможного.”
                                    Поныне
пусть молвят так…
                            Но ты, великий отче,
воззри на нас, детей, что с ранних лет
увидели на всём печать могилы,
что, словом иль резцом вооружившись,
все силы духа отдают борьбе,
стремясь подняться ввысь над плотоядной
мирской текучестью;
                             о славный отче,
мы знаем: небо и земля едины,
и наша мысль – средина мирозданья,
и смешана земля со звёздным сводом,
как с почвою подпочва, и пшеницу
рождать способно небо;
                                    молим, отче:
в часы, когда навалится на сердце
вся горечь жизни неподъёмной ношей
и силы в нас не пробуждает юность,
но только Воля бодрствует упорно
над смертным зраком – ибо перед нею
мелка пучина моря, что сжимает
всех тонущих безжалостною хваткой,
мелка земля, вмещающая мёртвых;

в часы зари, когда одна дремота
и мёртвых и живых объемлет купно –
одних без снов, других средь сновидений, –
не исчезай, пари пред нашим взором,
неспешно возносясь на верных крыльях
в небесные высоты нашей Мысли,
Дедал надмирный, вечною Денницей!







ΔΑΙΔΑΛΟΣ
 


Μοίρα στον 'Ικαρο ήταν να πετάξει
και να χαθεί… Τι, ως ήβρε σταφνισμένες
τις φοβερές της λευτεριάς φτερούγες
απ’ τον τρανό πατέρα του μπροστά του,
η νιότη έριξε μόνη το κορμί του
στον κίντυνο, κι αν ίσως δεν μπορούσε
το μυστικό, το αγνό τους να ‘βρει ζύγι!

Και συνταράζει αρίζωτους ανθρώπους
στον πόνο, συνταράζει τις γυναίκες,
πάνω απ’ το μέγα πέλαγο να βλέπουν
εφηβικό κορμί σαν ένας γλάρος
ν’ ανεμοδέρνεται όρθιο και, ξάφνου,
να χάνεται απ’ τα μάτια τους.
                                        Και τότε,
τη θάλασσα όλη, λες, σαν ένα δάκρυ
τη συλλογιούνται ατέλειωτο, σα θρήνο
πυκνό πολύ, που, τ’ όνομα του εφήβου
ως λέει και ξαναλέει, από το ίδιο
παίρνει ψυχή και νόημα κι άξιον ήχο…

Μ’ αν άντρας που, απ’ τη πρώτην ελικία του,
είπε ουρανός και γη πως ήταν ένα,
και στιά του κόσμου η ίδια η συλλογή του˙
κ’ είπε που η γη να σμίξει με τ’ αστέρια
μπορεί, ως βαθύ χωράφι με χωράφι,
στάχυα να θρέψει κι ο ουρανός˙
                                           αν άντρας
που είδε πως όλα σε ταφής εικόνα
τ’ ανθρώπινα είναι, κ’ οι ψυχές και τα έργα˙
κι όπως στ’ αγάλματα έλυσε και χέρια
και πόδια, να βαδίζουν μοναχά τους
στους δρόμους του φωτός, αναλογίστη
και τις καρδιές να λύσει των ανθρώπων˙
κι ως, με τρανά κορμιά δεντρών, καράβι
εστέριωσε θεϊκό, το φόρτωσε όλο
όχι μ’ ελέφαντα, ήλεχτρο, ή χρυσάφι,
μα, ξεδιαλέοντας ένα κ’ ένα, μ’ όλους
τους Ήρωες, για τ’ αθάνατα ταξίδια
τα μυθικά˙
                    αν άντρας που κλεισμένος
στη φυλακή πόχτισε ο ίδιος - όπως
η κάμπια υφαίνει μόνη της τον τάφο
‘που θα κλειστεί, απ’ το θάνατο ζητώντας
ν’ αλλάξει φύση σύρριζα - νειρεύτη,
στα βάθυ του Λαβύρινθου, φτερούγες
πως φύτρωναν στους ώμους του, κι αγάλι
αγάλι η πλήθια αγρύπνια του μετρήθη
με τ’ όνειρο, και βγήκε αυτή νικήτρια˙

σαν είδε πάλι, ξάφνου, ολόγυρά του
όχλος θαμπός τη φοβερή του Τέχνη,
που ‘χε σημάδι της το Θεό, να θέλει
μιας γνώμης ακαμάτρας το στολίδι
να γίνει˙
                αν και βαρύ και δουλεμένο
κορμί από μόχτο απέραντον, εζώστη
τις φτερούγες σαν άρματα, και υψώθη
αργά - και ανηφορούσε τους ανέμους
θερίζοντας τους ήσυχα, όπως κόβει
με το δρεπάνι ο θεριστής μπροστά του
στη γη μεγάλα κύματα απ’ αστάχυ -
πιο πάνω κι από τον όχλο, κι από το κύμα
που το παιδί του σκέπασε, πιο πάνω
κι απ’ του πένθους τα σύνορα, να σώσει
με την ψυχήν του την ψυχή του κόσμου˙

μπορεί κι αρίζωτοι άνθρωποι στον πόνο
μπορεί πικρές κι αδύναμες γυναίκες,
που στα νεκροστολίσματα μονάχα
ή απάνω στα νεκρόδειπνα μεράζουν
τα λόγια τους, να πούν:
                                “Σκληρός πατέρας˙
κι αν προς τη δύση αρχίναγε να γέρνει,
το φοβερό ξακλούθησε ταξίδι,
την έρμη ζωή του θέλοντας να σώσει.”

Κι άλλοι μπορούν να πουν:
                                  “Τον κόσμο αφήνει
και τις στρωτές συνήθειες των ανθρώπων,
πράματ’ αδύνατα ζητώντας.”
                                         Τέτοια
να πουν μπορεί…
                           Μα εσύ, τρανέ πατέρα,
πατέρα όλων εμάς όπου σε εικόνα
ταφής, από την πρώτην ελικιά μας,
έχουμε ιδεί τα πάντα και, ή με λόγο
ή με σμιλάρι, με την πνοή μας όλη
απάνω απ’ το ρυθμό το σαρκοφάγο
να υψωθούμε αγωνιόμαστε˙
                                          ω πατέρα,
που και για μας γη κι ουρανός είν’ ένα,
και στιά του κόσμου η ίδια η συλλογή μας,
και λέμε η γη να σμίξει με τ’ αστέρια
μπορεί, ως βαθύ χωράφι με χωράφι,
στάχυα να θρέψει κι ο ουρανός˙
                                               πατέρα,
τις ώρες που βαραίνει στην καρδιά μας
της ζωής η πίκρα μ’ όλο της το βάρος,
και δε σηκώνει η νιότη την ορμή μας,
μα η Θέληση που απάνω κι από τους τάφους
ορθή αγρυπνά, τι στο δικό της μάτι
και η θάλασσα ρηχή, που τους πνιγμένους
σφιχτοκρατάει και δεν τους δίνει πίσω,
ρηχή και η γη όπου οι νεκροί κοιμούνται˙

τις ώρες του όρθρου, που μοχτούμε ακόμα,
σαν κ’ οι νεκροί κ’οι ζωντανοί πλαγιάζουν
στον ίδιο ανόνειρο ή βαριόνειρο ύπνο,
μη σταματάς να υψώνεσαι μπροστά μας
σκαλώνοντας με αργές, στρωτές φτερούγες
τον ουρανό της Σκέψης μας ολοένα,
Δαίδαλε αιώνιε, απόκοσμος Εωσφόρος!

Copyright © Олег Комков 2017 Copyright MyCorp © 2013
Сделать бесплатный сайт с uCoz-->